Επί μισόν αιώνα- όχι λίγες ήττες έπεσώρευσε στην Ελλάδα η, πανθομολογούμενη άλλωστε, ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής, αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου καί επεξεργασμένης χάρη στη σύμπραξη πολιτικών, διπλωματών, στρατιωτικών καί επιστημόνων. Έχοντας την εμπειρία τούτη δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς το προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι στο μέλλον πολλά θα εξαρτηθούν από το αν θα πραγματοποιηθεί τώρα ότι δεν έγινε στο παρελθόν. Δύο παράγοντες επέδρασαν, καί εξακολουθούν να επιδρούν, αρνητικότατα: η λειτουργία του πολιτικού συστήματος και η εμπλοκή σε ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος δεν βρέθηκε στο υψος των περιστάσεων όχι μόνον γιατί οι α ή β εκπρόσωποι του έλαβαν συχνά τις α ή β εσφαλμένες αποφάσεις στο α ή β ζήτημα, αλλά και επειδή στο σύνολο του δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα πάγιο και αθόρυβο θεσμικό πλαίσιο ικανό να εξουδετερώνει κατά το δυνατόν τους πειρασμούς κομματικής εκμετάλλευσης των εθνικών θεμάτων. Η ανικανότητα προς αυτοσυγκράτηση είναι κατ' εξοχήν γνώρισμα εφηβικής ανωριμότητας. Και το γεγονός ότι ο ένας επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλον αποδεικνύει απλώς ότι ενέχονται όλοι.Η επιρροή ιδεολογημάτων σε θέματα εθνικής στρατηγικής ανάγεται γενικότατα στο ότι το νεοελληνικό κρατίδιο άναγκάσθηκε εξ αρχής να αντισταθμίσει, την ιστορική του καχεξία με ύπεραυτάρεσκους μύθους. Γίναμε έτσι λαός πού τέρπεται παράγοντας λήρους και χορταίνει καταναλίσκοντας άνεμώλια έπη. Η αιτιολογία όμως δεν αποτελεί δικαιολογία, ούτε ενδείκνυται ως πραξεολογία. Αντίθετα: επιβιώνει όποιος αντιστέκεται στους ίδιους του τους μύθους και καταποντίζεται οποίος τους πιστεύει μέχρις εσχάτων. Στή σημερινή συγκυρία, δύο αντιτιθέμενα ιδεολογήματα παρακωλύουν, κοντά στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, την κατάστρωση καί την εφαρμογή μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής: ασαφή καί άποδυναμούμενα στοιχεία ενός γηγενούς εθνικισμού και εξίσου ασαφή, αλλά ένισχυόμενα άναμασήματα ενός ξενόφερτου είρηνισμού και οικουμενισμού.
Θα έπρεπε όμως να έχουμε στο μυαλό μας ότι οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική - όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός.
Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τίς οδυνηρές πραγματικότητες καί την ψύχραιμη στρατηγική τους ανάλυση. Οι ίδιοι φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς άταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις όμως αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε.
Όντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοουμένους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος εσχάτων ιστορικών ευθυνών. Τέτοιοι διανοούμενοι και τέτοιοι πολιτικοί επιχειρηματολογούν σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής κάνοντας το μοιραίο λάθος να προεξοφλούν γενικότερες εξελίξεις πού διόλου δεν είναι βέβαιες και πού, έστω και αν ευοδωθούν, βρίσκονται ακόμη στην άρχή τους και επιφυλάσσουν πολλά απρόοπτα. Μιλούν και πράττουν, λοιπόν, σαν να υπήρχε ήδη μια ενιαία Ευρώπη, σαν να υπήρχε ήδη ένας ενιαίος κόσμος και σαν να μην ήταν δυνατό να αντιστραφούν οι τάσεις· ιδιαίτερα ως προς την ενιαία Ευρώπη σφάλλουν ταυτίζοντας προκαταβολικά τα συμφέροντα της με τα συμφέροντα των Ελλήνων. Όταν προεξοφλούνται αισιόδοξα οι γενικότερες εξελίξεις, τότε οι στρατηγικές συζητήσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν σε βάθος. Γι' αυτό και πλείστοι όσοι είρηνιστές και οικουμενιστές εκφράζουν ανοιχτά την εχθρότητα τους απέναντι σε τέτοιες συζητήσεις, ιδίως όταν υπεισέρχονται σε στρατιωτικά θέματα και πολεμικά ενδεχόμενα. Νομίζουν ότι λύνουν προβλήματα μόνο και μόνο επειδή εκστρατεύουν εναντίον του «εθνικιστικού φανατισμού». Η συχνότατα όμως μισαλλόδοξη συμπεριφορά τους αποδεικνύει για μιαν επί πλέον φορά ότι ό φανατισμός εναντίον του φανατισμού μπορεί να είναι ακόμη πιο στενοκέφαλος από τον απλό φανατισμό.
Καμμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα εθνικιστικά όσο καί τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβαση τους. Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τίς επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα καί στην πολιτική της ηγεσία αν ερμηνεύει τη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση «δεξιές» ή «αριστερές» προτιμήσεις, αντί να προσαρμόζει τίς προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης.
Κάθε εθνική στρατηγική, εφόσον περιορίζεται στον σχεδιασμό των εκάστοτε επιθυμητών εξελίξεων, είναι καταδικασμένη σε μονομέρεια καί δυσκαμψία, δηλαδή σε πρακτικό αδιέξοδο. Λόγος της ύπαρξης της είναι η κάλυψη όλων των ενδεχομένων, των περισσότερο καί των λιγότερο ευχάριστων. Και το φάσμα των ενδεχομένων το καταγράφει η υπεύθυνη ηγεσία ακούγοντας χωρίς προκαταλήψεις όλο το φάσμα των απόψεων καί των προτάσεων, από οποιονδήποτε και αν προέρχονται.
Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα.πιθανών εξελίξεων, πού αρχίζει από τον συμβιβασμό, έστω και με απώλειες, και τελειώνει στον πόλεμο. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στις σχέσεις με την Τουρκία. Η διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού ανάμεσα στίς δύο χώρες αυξάνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας, καί σε 20-30 χρόνια θα είναι αβάσταχτη για την ελληνική πλευρά. Στήν προοπτική αυτή μου φαίνεται προφανές ότι ένας συμβιβασμός θα αποτελούσε για την Ελλάδα το μικρότερο κακό, ακόμη και αν παραχωρούσε κάτι από ό,τι θεωρεί αυτή τη στιγμή κυριαρχικό της δικαίωμα. Ασφαλώς οι εθνικιστές θα αγανακτήσουν με μια τέτοια σκέψη, οφείλουν όμως να αναλογισθούν δύο πράγματα: ότι αργότερα η διαπραγματευτική θέση της χώρας θα είναι χειρότερη και ότι οι ολιγωρίες ή τα σφάλματα των περασμένων δεκαετιών έχουν το πικρό τους τίμημα. Αυτά όμως διόλου δεν σημαίνουν ότι οι είρηνιστές δικαιούνται να θριαμβολογούν εκ των προτέρων. Γιατί για να συναφθεί ένας τέτοιος συμβιβασμός απαιτείται η βεβαιότητα ότι αυτός θα είναι τελειωτικός, ότι δηλαδή η άλλη πλευρά δεν θα τον χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο νέων αξιώσεων, οπότε σε λίγα χρόνια ή λίγους μήνες θα επιδεινωνόταν ή κατάσταση σε σχέση με πρίν.
Όσοι προτείνουν σήμερα διάφορους συμβιβασμούς έχουν υπό γενικότατη έννοια δίκιο με βάση τα μακροπολιτικά δεδομένα (αν και οι ίδιοι λιγότερο σκέφτονται αυτά τα τελευταία και περισσότερο έλαύνονται από την επιθυμία να φανούν «πολιτισμένοι» άνθρωποι), κανείς τους όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί πολιτικά τη βιωσιμότητα του συμβιβασμού. Και κάτι ακόμη παραβλέπουν οι ειρηνιστές: καθώς θεωρούν αφελώς τον συμβιβασμό υπαγόρευση της «λογικής» καί της «ηθικής» και όχι ενός άτεγκτου συσχετισμού δυνάμεων, υποτιμούν τη σημασία της στρατιωτικής-άποτρεπτικής ισχύος ακριβώς για τη σύναψη ενός ευπρεπούς συμβιβασμού.
Και οι εθνικιστές όμως, οι πατριώτες κ.τ.λ., πού δεν κάνουν το λάθος να υποτιμούν την αποτρεπτική ισχύ, διέπραξαν για λόγους κομματικής ψηφοθηρίας κάτι εξαιρετικά επιζήμιο: ενίσχυσαν επί δύο δεκαετίες την οικονομική πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού, με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτρεφούς χώρας καί την υπονόμευση της αμυντικής της προσπάθειας. Έτσι, αν οι πρώτοι ωραιοποιούν τη σημερινή αδυναμία της Ελλάδας με ειρηνιστικά και άντιεθνικιστικά προπετάσματα, οι δεύτεροι, υποκύπτοντας στη λογική των πελατειακών σχέσεων καί διακονίζοντας τίς δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, αφαιρούν το ουσιαστικό περιεχόμενο από τίς θέσεις τους. Και όπως οι δεύτεροι οφείλουν να κατανοήσουν έμπρακτα, και όχι απλώς ρητορικά, οτι μόνον η εκλογίκευση της οικονομίας σε παραγωγική βάση, δηλαδή η εξοικονόμηση και επένδυση πόρων χάρη στην υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού και του πελατειακού συστήματος, μπορεί να στηρίξει την άμυνα της χώρας, έτσι και οι πρώτοι, όταν αντιτάσσονται με πάθος ιεροκηρύκων στα εξοπλιστικά προγράμματα, οφείλουν να αντιληφθούν ότι είναι πρακτικά το ίδιο είτε έχεις ένοπλες δυνάμεις με ανεπαρκή καί απαρχαιωμένο οπλισμό είτε δεν έχεις καθόλου.
Αν οι ειρηνιστές ήσαν συνεπείς, θα έπρεπε να ζητούν ρητά τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έτσι κι αλλιώς αποκλείουν τον πόλεμο καί πιστεύουν στην παντοδυναμία του «διαλόγου μεταξύ λογικών ανθρώπων». Είναι προφανές γιατί δεν τολμούν να το κάμουν: ακόμη καί οι ηθικολόγοι φοβούνται τίς λεμονόκουπες. Σε μια πραγματιστική αντίληψη, οι ένοπλες δυνάμεις μπορεί να είναι τόσο μέσο ειρήνης, δηλαδή αποτροπής, όσο καί μέσο πολέμου. Μακάρι να είναι το πρώτο. Αλλά, είτε είναι το πρώτο είτε είναι το δεύτερο, απαιτείται η ίδια αρτιότητα. Και αρτιότητα δεν σημαίνει, όπως φαντάζονται πολλοί, να ξοδεύεις και να κατέχεις όσα ο αντίπαλος. Σημαίνει την ικανότητα ενός αποφασιστικού (πρώτου) πλήγματος, έστω καί από τη θέση του ασθενέστερου. Μόνον οποίος διαθέτει την ικανότητα αυτή δεν φοβάται τον διάλογο σήμερα καί δεν θα φοβηθεί αύριο να προχωρήσει σε διεθνώς εγγυημένους και πάγιους συμβιβασμούς. Αντίθετα, όσο πιο αδύνατος είναι κανείς, τόσο περισσότερο πανικοβάλλεται στην ιδέα αδήριτων συμβιβασμών, φοβούμενος, και δίκαια, ότι αυτή θα είναι η αρχή του τέλους.
Το χειρότερο πού θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών καί είρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών καί με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβάμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ό Κύριος μωραίνει ών βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.
Περισσότερα... »





















.jpg)


















Η εφημερίδα Süddeutsche του Μονάχου αφιερώνει ολόκληρη τη δεύτερη σελίδα στην Ελλάδα με τον τίτλο «Σύγχυση από τα λόγια της Αθήνας». Η αρθρογράφος επισημαίνει ότι ξαφνικά τέθηκε το ερώτημα περί δημοψηφίσματος κυρίως από εκείνους που θέλουν επιτέλους να μάθουν πώς φαντάζονται οι Έλληνες το μέλλον τους, φοβούμενοι το δικό τους. «Η κρίση έχει οδηγήσει στη διατύπωση βασικών ερωτημάτων, μέσα ή έξω από το ευρώ» σημειώνει η αρθρογράφος. «Αλλά επειδή ένα δημοψήφισμα είναι ευαίσθητη υπόθεση, η συζήτηση και ο προβληματισμός γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες. Κανείς ευρωπαίος πολιτικός δεν του αρέσει να μιλάει ανοιχτά. Κανείς ευρωπαίος πολιτικός δεν θέλει να δώσει την εντύπωση ότι αναμειγνύεται στα εσωτερικά της Ελλάδας». Η αρθρογράφος δίνει την πληροφορία ότι στο Γιούρογκρουπ της περασμένης Δευτέρας οι 16 υπουργοί Οικονομικών της ζώνης του ευρώ έδωσαν εντολή στον κύριο Σαχινίδη να διερευνήσει στην Αθήνα το ενδεχόμενο ενός δημοψηφίσματος. Στην ίδια εφημερίδα η Κριστιάνε Σλέτσερ, ανταποκρίτριά της στην Αθήνα εκφράζει την άποψη ότι οι Έλληνες φαίνεται να επέστρεψαν στα μετριοπαθή κόμματα και ότι κάθε παρέμβαση από έξω τους σπρώχνει πρακτικά προ τα ριζοσπαστικά. «Όπως και πριν λίγες μέρες πριν τις εκλογές στις 6 Μαΐου η εκ του μακρόθεν παρέμβαση Σόιμπλε στους Έλληνες να ψηφίσουν πολιτικούς που τάσσονται υπέρ του μνημονίου ενίσχυσε ουσιαστικά το Σύριζα, έτσι μπορεί να γίνει και τώρα. Ο Τσίπρας ίσως χαίρεται όταν ευρωπαίοι πολιτικοί προτείνουν μαζί με τις εκλογές να γίνει και δημοψήφισμα για την παραμονή της χώρας ή όχι στο ευρώ» υποστηρίζει. Το κακό, το χειρότερο, το χείριστο Η ‘Αγκελα Μέρκελ
«Η αξία της αλήθειας» επιγράφει το σχόλιό του ο Τίμοθυ Γκάρτον, καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Όξφορντ, στο ολοσέλιδο αφιέρωμα για την Ελλάδα στη Süddeutsche. Υποστηρίζει ότι η χώρα έχει να επιλέξει ανάμεσα στο κακό, το χειρότερο και το χείριστο. «Οι Ευρωπαίοι πρέπει να το πουν καθαρά στην Ελλάδα» υποστηρίζει. «Για να αποφασίσουν τι είναι προτιμότερο. Έχουν στη διάθεσή τους έναν μήνα για να σκεφτούν τι είναι κακό, τι χειρότερο και τι χείριστο: η ανεξέλεγκτη έξοδός τους από το ευρώ ή η παραμονή τους μέσα στις καλύτερες δυνατές συνθήκες, όπως τις διαπραγματεύεται ο Ολάντ εναντίον των γερμανικών εκβιασμών» σημειώνει. Προειδοποιήσεις για τις συνέπειες από ενδεχόμενη έξοδο από το ευρώ έκανε από την εφημερίδαRheinische Post ο Βόλφγκανγκλ Φραντς, επικεφαλής των 5 σοφών της γερμανικής οικονομίας. «Η κατανάλωση και οι επενδύσεις θα κατέρρεαν, η ανεργία θα ανέβαινε κατακόρυφα, πολλοί Έλληνες καταθέτες θα έχαναν μεγάλο τμήμα της περιουσίας τους. Όμως η πλειοψηφία τους θέλει να παραμείνει στο κοινό νόμισμα. Γι αυτό πρέπει να κάνουμε σαφές ότι παραμονή γίνεται εφικτή μόνο με εφαρμογή των συμφωνιών για μεταρρυθμίσεις. Άρα στις εκλογές του Ιουνίου οι Έλληνες θα πρέπει να αποφασίσουν για την παραμονή του ή όχι στο ευρώ» υπογραμμίζει ο βρετανός καθηγητής. Το άρθρο στην εφημερίδα 








.jpg)


Λονδίνο, Θανάσης Γκαβός
Σημειώνεται επίσης ότι στις Βρυξέλλες συζητούνται οι οικονομικές συνέπειες και οι συνέπειες στο τραπεζικό σύστημα από μια ελληνική έξοδο, αλλά δεν γίνεται συζήτηση για τις πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς και τις συνέπειες για την ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική της Ευρώπης και της Ελλάδας. Ο επιτακτικός τρόπος με τον οποίο έχει έρθει στο προσκήνιο η συζήτηση περί ελληνικής εξόδου από την ευρωζώνη, εντός και εκτός ΟΝΕ, αποδεικνύεται από την εισαγωγή στα λογισμικά βρετανικών χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων του Σίτι του συμβόλου της δραχμής, στην οποία αναφέρεται και ο Γκάρντιαν. Επενδυτές του Σίτι μάλιστα εκτιμούν ότι μία «γκρίζα αγορά» με τις συναλλαγές να καταγράφονται και σε δραχμές θα μπορούσε να αρχίσει να λειτουργεί εντός ημερών. Εκτιμήσεις των ίδιων πηγών προσδιορίζουν την αξία της δραχμής σε 1500 για κάθε ευρώ. Η εφημερίδα Ιντιπέντεντ γράφει ότι ο κόσμος προετοιμάζεται για την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη καθώς δεν σχηματίζεται κυβέρνηση και ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες απειλούν ανοιχτά την Αθήνα. «Αυτό που ξεκίνησε με υποσχέσεις αλληλεγγύης λήγει με εκβιαστικές απειλές», σχολιάζει ένας από τους οικονομικούς αναλυτές της εφημερίδας που προβλέπει το τέλος του ευρώ, ως χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου. Οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς σχολιάζουν ότι ενδεχόμενη ελληνική έξοδος από το ευρώ θα έχει αναμφίβολα μεγάλες επιπτώσεις στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Ακόμα και αν οι συνέπειες δεν γίνουν άμεσα ορατές, το γεγονός και μόνο ότι θα έχει επιβεβαιωθεί η δυνατότητα εξόδου από τη νομισματική ένωση θα οδηγήσει τελικά και άλλες χώρες-μέλη στην έξοδο, εκτιμά η βρετανική οικονομική εφημερίδα.
Αναλυτές του Σίτι προσδιορίζουν το άμεσο κόστος μιας ελληνικής εξόδου για την υπόλοιπη ευρωζώνη σε τουλάχιστον 395 δισεκατομμύρια ευρώ: 240 από τα δάνεια διάσωσης, 130 από το σύστημα μεταφορών κεφαλαίων μεταξύ κεντρικών τραπεζών Target-2 και 25 δισεκατομμύρια από εμπορικά δάνεια. Μεταφέροντας εξάλλου το κλίμα από τις Βρυξέλλες οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τονίζουν ότι υπήρξαν δύο μέτωπα. Από τη μία πλευρά βρέθηκαν ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και υπουργοί Οικονομικών όπως του Βελγίου και της Βρετανίας που επέκριναν όσους μιλούν ανοιχτά για ελληνική έξοδο από την ευρωζώνη. Υπήρξε μάλιστα και ομάδα πολιτικών που κατ' ιδίαν εμφανίστηκαν διατεθειμένοι να «τσιμπήσουν» μέτρα του μνημονίου εάν αυτό θα σήμαινε παραμονή της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Από την άλλη πλευρά πάντως βρέθηκαν άλλοι αξιωματούχοι, όπως από τη Γερμανία και την ΕΚΤ που εμφανίστηκαν πιο απειλητικοί αναφορικά με το μέλλον της Αθήνας στην ευρωζώνη. Για τον οικονομικό αναλυτή Τζέρεμι Γουόρνερ της Ντέιλι Τέλεγκραφ πάντως η έξοδος της Ελλάδας θα είναι η «μοιραία γκάφα» και η αποκορύφωση μιας σειράς λαθών της ευρωζώνης. Ο Βρετανός αναλυτής εκτιμά ότι οι ηγέτες της ευρωζώνης κάνουν λάθος να πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν τις συνέπειες, όπως η αθρόα φυγή κεφαλαίου από χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία. Ο Αντίτια Τσακραμπάρτι του Γκάρντιαν σχολιάζει ότι μέσα σε όλες τις αντικρουόμενες απόψεις για την Ελλάδα και το ευρώ κανείς δεν έχει αναρωτηθεί αν το ευρώ αξίζει να διασωθεί. Η εκτίμησή του είναι ότι η συμπεριφορά της ελίτ του βορρά της ευρωζώνης καθιστά το ενιαίο νόμισμα ανάξιο διάσωσης. Η Ελλάδα, προσθέτει ο συντάκτης της εφημερίδας, χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο για ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα λιτότητας σε μια προσπάθεια να περιοριστεί ο κρατικός δανεισμός και να αποκατασταθεί η οικονομική υγεία. Σημειώνει όμως ότι οι τράπεζες έχουν υποφέρει λιγότερο και αργότερα σε σχέση με τους Έλληνες πολίτες, την ώρα που οι βάρβαρες περικοπές δεν συνοδεύονταν από την υποχρέωση παράλληλων οδυνηρών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ο κ. Τσακραμπάρτι σχολιάζει ότι παρά τη διαφαινόμενη αλλαγή κλίματος η Γερμανία δεν μπορεί να αυξήσει τον πληθωρισμό της τόσο ώστε να καλύψει τις ανάγκες εξισορρόπησης της ανταγωνιστικότητας με το νότο, ούτε ο κ. Ολάντ να ανατρέψει την κατάσταση. Επομένως, το ευρώ θα πρέπει να θεωρηθεί αποτυχία. Μιλώντας στους Τάιμς εξάλλου ο συντονιστής του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, Γαβριήλ Σακελλαρίδης δηλώνει πεπεισμένος ότι αν γίνει διαπραγμάτευση [επί της ελληνικής δημοσιονομικής πολιτικής] κάποια πράγματα θα κερδηθούν, διότι είναι πολύ δύσκολο για τους εταίρους να διώξουν την Ελλάδα από την ευρωζώνη, λόγω του τεράστιου κόστους για το σύνολο της νομισματικής ένωσης. Προσθέτει ότι αν οι Ευρωπαίοι σταματήσουν τη ροή του χρήματος των δανείων προς την Ελλάδα, η Αθήνα θα μπορούσε να σταματήσει να πληρώνει τόκους. «Δεν μπορούμε να υποσχεθούμε ότι μισθοί και συντάξεις θα επιστρέψουν στα προ κρίσης επίπεδα, αλλά αυτό που λέμε είναι ότι χρειαζόμαστε τον κόσμο μαζί μας για να έχουμε μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη», προσθέτει ο κ. Σακελλαρίδης. Σε ομιλία του χθες στο Λονδίνο ο επίτροπος για την Ανταγωνιστικότητα, Χοακίν Αλμούνια δήλωσε βέβαιος ότι μια ελληνική έξοδος θα είχε αρνητικές συνέπειες για ολόκληρη την ευρωζώνη. Ο Ισπανός επίτροπος πρόσθεσε ότι το δίπολο Γερμανίας-Γαλλίας έχει υπονομεύσει το ρόλο της ΕΕ στην αντιμετώπιση της κρίσης, ζητώντας ενεργότερη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (που θα ενίσχυε και το ρόλο της Κομισιόν). Στην ίδια εκδήλωση ο σκιώδης υπουργός Οικονομικών των Βρετανών Εργατικών, Εντ Μπολς επισήμανε την ανισορροπία της ανταγωνιστικότητας μεταξύ βορρά και νότου της ευρωζώνης ως βασική αιτία της κρίσης. theinsider.gr 




Sportnation.com 

















