
Οι πρωτόγονοι κατασκεύασαν εργαλεία και έγιναν λίγοτερο πρωτόγονοι. Κάποια στιγμή όχι πολύ μακρινή από την μέρα που έφτιαξαν το πρώτο τους ακόντιο, ανακάτεψαν μερικά μπιρμπιδέλια και άρχισαν να ζωγραφίζουν στα σπήλαια. Και ο μεγάλος κυνηγός της φυλής, χάρηκε που είδε την αγωνία και τη δύναμη του σε δύο διαστάσεις και ας μην είχε ιδέα τι είναι διάσταση.
Ένας άντρας στην κορυφή του διπλανού λόφου ένιωσε τις ακτίνες του ήλιου στο δέρμα του και ανατρίχιασε. Ο αέρας χάιδευε τα άκρα του, η αλμύρα του χτυπούσε το πρόσωπο και αυτός χαμογελώντας έγραψε ένα ποίημα. Ένιωσε όμορφα.
Δίπλα σε μια πύλη του χρόνου, κάποιος άλλος λυπημένος από τον κόπο των ανθρώπων που μοχθούσαν κόντρα στα νερά του ποταμού, οραματίστηκε μια μεγάλη σανίδα που θα έδενε τις δύο όχθες. Έβαλε τα δυνατά του, σκόρπισε τον ενθουσιασμό του και μετά από καιρό έκοβε απογευματινές βόλτες στην γέφυρα που έγινε σκοπός της ζωής του. Χαιρετούσε χαμογελώντας καθώς έβγαζε το καπέλο στις δεσποινίδες που περπατούσαν δίπλα του.
Μετά από πολλά ποτά και στην προσπάθεια του να ξεφορτωθεί το χάος του μυαλού και της καρδιάς του, ένας άλλος μεσήλικος λέρωνε ένα κομμάτι χαρτί ξαλαφρώνοντας το είναί του. Στάθηκε μέσα στις μπογιές και ήρεμος πια αναφώνησε ένα τεράστιο, πολύχρωμο ουφ! Στη μέση του δωματίου του, με τα ίχνη της δημιουργίας εμφανή στα χέρια του, χόρεψε τον πρώτο του χορό.
Μια παρέα αποφάσισε να διεκδικήσει τη θέση της στον κόσμο. Έγραψε ένα μακροσκελές κείμενο, αποτύπωσε αυτό που ζει και εξέφρασε αυτό που θέλει να ζήσει. Κινητοποιήθηκε. Το απόγευμα βγήκαν όλοι μαζί για ένα κρασί. Τα διαβολάκια τους τρέχανε πέρα δώθε και αυτοί τα κοιτούσαν. Μια εκείνα και μια όσα κατάφεραν για αυτά και τους ίδιους.
Την πρώτη βροχερή μέρα του νέου χρόνου, σε μια μισοσκότεινη παράγκα, ακούστηκε ο ήχος της ζωής. Ο ευτυχής πατέρας έτρεξε στην κοινή αυλή και ανακοίνωσε με ενθουσιασμό και κομμένα γόνατα το νέο. Την επομένη, οι γειτόνισσες ήλθαν στο σπίτι με γλυκά και πίτες. Στήθηκε τσιμπούσι με ότι φύτρωσε εκείνη την χρονιά.
Τα αδύνατα γίνονταν από παλιά δυνατά. Με τη βοήθεια της δημιουργίας. Σπρώχνοντας τον εαυτό του πέρα από τα όρια που νόμιζε πως είχε, ο άνθρωπος άλλαξε την ζωή του. Ακόμα και μέσα στον πόνο και στις δυσκολίες τραγουδούσε, χόρευε, έγραφε, γεννούσε. Γιατί όσο δημιουργούσε, ποδοπατούσε ότι τον έκανε να τρέμει από τον φόβο του.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "..., diaole!!!" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

