Διάθεση παπαράτσικη. Μαύρο γυαλί και έξω να βρέχει...το ΜP3 κλειστό και το αυτί στημένο στους γύρω ήχους. Μου ταίριαζε και νομίζω ότι έχει καταντήσει ιεροτελεστία πια. Κάθε φορά που έρχομαι στην Θεσσαλονίκη θέλω να χαθώ μέσα της. Να κουλουριαστώ σε μια γωνιά, να αράξω έτσι αόρατη και να χαζέψω τους ανυποψίαστους περαστικούς. Το λεωφορείο για πρώτη φορά ήταν χαρακτηριστικά άδειο. Πέντε- έξι ψυχές όρθιες και τρεις το πολύ βαλίτσες πεταμένες κατάχαμα. Ιδανικό σκηνικό για ονειροπόληση και παρατήρηση
Εικόνα 1η: Λίγα μέτρα μετά τη στάση Κολόμβου, μας πιάνει φανάρι. Χαζεύω τις βιτρίνες και το μάτι μου πέφτει σε νεαρό κοσμηματοπώλη που κατευθυνόνταν προς την έξοδο του καταστήματος, ενώ διατηρούσε οπτική επαφή με τον συνομιλητή του. Θα του έλεγε κάτι σημαντικό μάλλον. Δεν βγαίνει έξω στον δρόμο. Απλώνει μόνο το χέρι του και ανάμεσα στους περαστικούς που προπερνούσε το λεωφορείο, ανοίγει την χούφτα και αφήνει ένα μικρό τοσοδούλι χαρτουλάκι που πέφτει με ελαφριές, νωχελικές στροφές στο πεζοδρόμιο. Υπέθεσα πως δεν συζητούσε με τον φίλο του για την καθαριότητα στην πόλη. Αν η κίνηση του ήταν συνειδητή επιλογή και τροπος ζωής, θα έφτανε στο σπίτι του αναρριχόμενος στην στοίβα σκουπιδιών που θα 'χε μαζευτεί κατω από το παράθυρο του. Η δικιά μου ευθύνη, δική σου δουλειά, σκέφτηκα ενώ μια γηραιά ύπαρξη στάθηκε δίπλα μου.
Εικόνα 2η: - Αυτό που έψαχνες το βρήκες καλή μου, Κέρδισες μια εικόνα και μαζί μ' αυτήν μια σκέψη. Σήκω τώρα να κάτσει η κυρία. Αυτή δίπλα σου, ντε!, μου ψιθύρισε απαλά η εσωτερική φωνούλα μου. Πάρκαρα το σύννεφο και στάθηκα στα δυο μου πόδια. Η γιαγιά ντεμέκ δεν ήθελε αλλά είπα να μην την κακοκαρδίσω. Στάση Ιασωνίδου. Το λεωφορέιο ακτινοβολεί λίγη από τη χάρη του ενός, του μοναδικού, του ανεπανάληπτου Δημιουργού των Πάντων εμφυσημένη σε γεροντάκι ντυμένο στους τόνους του θανατερού αναστάσιμου μαύρου. Η κυρία που εν τω μεταξύ είχε στρογγυλοκαθίσει αναπαυτικά, σε αυτές τις θέσεις που δεν σχεδιάστηκαν ούτε για έναν αλλά ούτε για δυο επιβάτες, αποκαλύπτει το ελατήριο που έκρυβε μέσα της και πεταγεται "για να καθίσει ο ιερώμενος". Ο ποιμένας αναλαμβάνει ζεστό ζεστό το θρόνο και βγάζει από την εσωτερική τσέπη της προβιάς, την handmade φλογέρα του.
Επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά την άποψη μου για την εκκλησία και την αθεράπευτη μαστούρα που προσφέρει νομίμως στην κοινωνία, στάθηκα ανάμεσα στον καθισμένο μοναχό και στην γιαγούλα, που είχε πιάσει τώρα ψιλή κουβέντα με έναν κοντό κύριο, κοντά στην ηλικία της.
Εικόνα 3η:Πλησιάζουμε στο τέλος του ταξιδιού μου. Το λεωφορείο δεν είναι πια ένα απλό μέσο μεταφοράς αλλά με τη συνδρομή του μαύρου κουτιού που κρύβει ο καθένας μέσα στην κούτρα του, μεταλλάχθηκε σε μέσο μεταφοράς σε άλλες παράλληλες πραγματικότητες. Το λεωφορείο δεν είναι πια ότι φαίνεται και το ίδιο αρχίζω να πιστεύω και για τον μοναχικό άνθρωπο, στα μαύρα. Δεν προσεύχεται αλλά μουρμουρίζει ασταμάτητα. Λες και είχε κουμπί στον κώλο και με το που κάθισε, γύρισε στο on. Πιάνω σκόρπιες κουβέντες...κατάρες καλύτερα, προς κάθε βούλγαρο, ρεμάλι που έρχεται και βιάζει τις κοπέλες μας.... Δίλημμα: Να εκφράσω τις αμφιβολίες μου στην γριούλα και να της διαλύσω την κοσμοθεωρία ή να της φουσκώσω τα μπρατσάκια και να την αφήσω να πλέει σε πελάγη αγαλλίασης;
- Καλή μου, δε θα σε πιστέψει ότι και να της πεις. Κατέβα γιατί θα αργήσεις, η φωνούλα με έβγαλε από την δύσκολη θέση.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "..., diaole!!!" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

